Το πουλί που πιάστηκε…

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα πουλί

Στολισμενο με δυο φτερούγες και λαμπερό, χρωματιστό και υπέροχο

φτέρωμα.

Ήταν δηλαδή ένα ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο

και να αιωρείται στον ουρανό,

δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε

Μια μέρα, μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε.

Έμεινε να κοιτάζει το πέταγμα του

με το στόμα ανοιχτό από τη σαστιμάρα,

με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν από

συγκίνηση.

Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανό μέσα

στην απόλυτη αρμονία.

Η γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί…

Αλλά τότε σκέφτηκε:

Μπορεί να θέλει να γνωρίσει τα μακρινά βουνά!

Και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο…

Φόβο μην το ξανανιώσει πια αυτό το πουλί…

Και αισθάνθηκε φθόνο..

Φθόνο για ικανότητα του πουλιού να πετάει..

Και αισθάνθηκε μοναξιά..

Και σκέφτηκε: Θα στήσω παγίδα…

Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφύγει..

Το πουλί που ήταν και αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα,

έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί..

Κάθε μέρα η γυναίκα κοιτούσε το πουλί..

Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε στις φίλες της, που

σχολίαζαν:

“Μα εσύ τα έχεις όλα..”

Όμως άρχισε να γίνεται μια παράξενη μεταμόρφωση:

αφού είχε το δικό της πουλί και δε χρειαζόταν πια να το κατακτήσει,

έχανε το ενδιαφέρον της..

Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράσει

το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει,

να χάνει την λάμψη του, να ασχημαίνει –

και η γυναίκα δε του έδινε πλέον την προσοχή της,

μόνο το τάιζε και φρόντιζε το κλουβί του…

Μια ωραία μέρα, το πουλί πέθανε…

Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια…

Αλλά δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο

τη μέρα που το είδε πρώτη φορά,

να πετάει ευχαριστημένο μέσα στα σύννεφα.

Αν παρατηρούσε τον εαυτό της,

θα ανακάλυπτε ότι αυτό που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί

ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που

εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα.

Χωρίς το πουλί και η δική της ζωή έχασε το νόημα της

και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της..

“Γιατί ήρθες;” ρώτησε το θάνατο..

“Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις μαζί του στα ουράνια”, αποκρίθηκε ο θάνατος…

Αν το είχες αφήσει να φύγει και πάντα να επιστρέφει,

θα το αγαπούσες και θα το θαύμαζες ακόμα περισσότερο..

Τώρα όμως χρειάζεσαι εμένα για να μπορέσεις να το ξαναδείς..”

Paulo Coelho

Advertisements

2 Σχόλια (+add yours?)

  1. melita
    Νοέ. 07, 2011 @ 14:24:19

    Έτσι είμαστε από τη φύση μας ,οι άνθρωποι, εγωιστές και πλεονέκτες, ποθούμε και θέλουμε να αποκτήσουμε ότι δεν έχουμε κάνοντας τα πάντα για να το πετύχουμε,και μόλις τα καταφέρουμε χάνουμε κάθε ενδιαφέρον για αυτό.Ίσως γιατί έχουμε στο νου μας το άπιαστο ,ζηλεύουμε την ελευθερία του,αυτό που εμείς δεν έχουμε…και προσπαθούμε να το φυλακίσουμε.
    Ένα ρητό όμως λέει ότι αν αγαπάς κάτι άστο ελεύθερο αν γυρίσει πίσω θα είναι για πάντα δικό σου ,αν όχι τότε δεν ήταν ποτέ…
    Μια όμορφη ημέρα να έχεις 🙂 .

    Απάντηση

  2. η ζωή με blogάρει
    Νοέ. 08, 2011 @ 03:45:03

    Οι άνθρωποι από τη φύση μας είμαστε πλεονέκτες……Ανικανοποίητοι…Θέλουμε αυτό που δεν έχουμε…όταν καταφέρουμε να το αποκτήσουμε,απλώς δεν το θέλουμε πια…
    Αλήθεια,ήταν αγάπη άραγε αυτό που ένιωθε η γυναίκα για το πουλί;ή μόνο ζήλια επειδή κατάφερνε να κάνει κάτι που δε μπορούσε εκείνη;
    Η αγάπη Μελίτα μου δεν είναι καταπιεστική,η αγάπη δε φυλακίζει…Λυτρώνει….

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: