Κάτι νύχτες σαν τη σημερινή.

 

 

 

 

 

 

 
Είναι κάτι νύχτες σαν τη σημερινή

που δεν περνούν με τίποτα.

Νύχτες κρύες.

Όχι μόνο στο δωμάτιο,μα και μέσα μου.

Είναι κάτι νύχτες που νιώθω τοσο,

μα τόσο μόνος.

Τα ερωτήματα που με βασανίζουν πολλά.

Οι απαντήσεις ανύπαρκτες.

Τι κάναμε λάθος τελικά;

Τι πήγε στραβά;

Δεν ξέρω.

Πώς θα μπορούσα να ξέρω;

Και δε νομίζω οτι έχει σημασία.

Αυτό που έχει είναι πως μου λείπεις.

Πολύ.

Έχω τόσα πράγματα να σου πώ,

κι όμως δε μπορώ.

Μένω να κοιτάζω την οθόνη του κινητού μου,

περιμένοντας ένα τηλεφώνημα που δεν έρχεται,

γράφοντας ένα μήνυμα που δε θα στείλω ποτέ..

 

Όχι,μην με παρεξηγείς.

Δεν είναι ο εγωισμός αυτός που με εμποδίζει.

Είναι οτι δεν ξέρω τι να σου πώ,

δεν ξέρω πώς να στο πώ..

Το μόνο που έχω να σου γράψω

είναι οτι σε χρειάζομαι….

Αλλά αυτό το ξέρεις ήδη,

έτσι δεν είναι;;

 

Όχι,

μην με παρεξηγείς.

Δε σου ζητάω να έρθεις.

Έχει περάσει πολύς καιρός

από τότε που μπορούσα να σου ζητήσω κάτι.

Τους δικούς μου δαίμονες ξορκίζω.

Θυμάμαι πώς ήταν όταν ήσουν εδώ.

Πόσο γεμάτο έμοιαζε το δωμάτιο

και πόσο άδειο μοιάζει τώρα…

Τότε που ήσουν εδώ

και θαρρείς πως ο χρόνος σταματούσε.

Τότε που μπορούσα να σε πάρω αγκαλιά,

να κλείσουμε τα μάτια

και να μείνουμε έτσι για ώρες.

Τότε που η μυρωδιά της κρέμας σώματός σου

γέμιζε το δωμάτιο,

τα ρούχα,

θαρρείς πως δε θα έφευγε ποτέ.

Πόσος χρόνος πέρασε αλήθεια;;

 

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός λένε.

Θα περάσει και μαζί του θα φύγει και η ανάμνησή σου.

Ο χρόνος όμως

σκοτώνει μόνο τα ψεύτικα πράγματα.

Όχι τα αληθινά.

Τα συναισθήματα δεν πεθαίνουν με το χρόνο…

Θα μου πεις,

γιατί σου τα λέω όλα αυτά;

Δεν τα λέω σε εσένα.

Σε εμένα τα λέω.

Θυμίζω στον εαυτό μου

οτι κάποτε ήταν ευτυχισμένος.

Αλήθεια,ήταν ποτέ στην πραγματικότητα;

 

Κάποτε σου είχα πει

οτι μαζί σου ένιωθα μια ανασφάλεια,

οτι φοβόμουν πως το πρωί που θα ξυπνήσω

δε θα κοιμάσαι δίπλα μου.

Είσαι χαζός,

μου είχες πει,

το ξέρεις;;

Θυμάμαι που σε είχα κοιτάξει όλο σιγουριά,

γεμάτος ελπίδα,

γιατί ήθελα να σε πιστέψω.

Το είχα ανάγκη.

Και τώρα κοίτα που φτάσαμε.

Να σου γράφω ένα γράμμα

που δε θα σου στείλω ποτέ..

Να θέλω τόσο να φωνάξω,

ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ…

Advertisements

Συζήτηση με μια φίλη.


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μιλούσα σήμερα με μια φίλη.

Και προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε το πρόβλημά της.

Μου περιέγραφε λοιπόν τα συναισθήματά της

για έναν άνθρωπο που εμφανώς δεν τα άξιζε.

Απορούσε και η ίδια λοιπόν

γιατί ήταν ακόμα ερωτευμένη

με έναν άνθρωπο που την είχε πονέσει

και που σίγουρα δεν ήταν ευτυχισμένη δίπλα του.

Προσπάθησα με όλα τα πολυφορεμένα λόγια

και φράσεις,

με όλα τα αγαπημένα κλισέ όλων μας

να της πώ οτι δε διαλέγουμε ποιόν θα  ερωτευτούμε,

οτι απλά έπρεπε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και να προχωρήσει,

οτι χρειαζόταν χρόνος για να το ξεπεράσει κλπ.

Και οι δύο ξέραμε οτι ήταν ψέμματα…

Στο μεγαλύτερο βαθμό τουλάχιστον..

Η φίλη μου φοβόταν,

ναι,συμφωνώ.

Η μοναξιά είναι δύσκολη,

ναι,συμφωνώ ξανά.

Αυτό όμως δεν εξηγεί την εμμονή της με το συγκεκριμένο άνθρωπο.

Μήπως την εξηγεί ο εγωισμός;

Το οτι πληγώθηκε;

Δε νομίζω.

Τότε;

Τι την εξηγεί;

 

Νομίζω οτι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει δύο σκέλη.

Το πρώτο σκέλος είναι κάτι που εύκολα καταλαβαίνουμε.

Τα συναισθήματα δεν έχουν κάποιο κουμπάκι που τα ρυθμίζει,

άρα η φίλη μου,δε μπορεί να τα ελέγξει.

Το δεύτερο σκέλος

είναι αυτό που μου φαίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον.

Μήπως ο δρόμος που της δείχνει η καρδιά της

είναι ο σωστός;

Συμφωνώ,ένιωσε άσχημα.

Αλλά μήπως αν το προσπαθούσε ξανά θα ήταν όλα αλλιώς;;

Και πώς θα μπορούσε να ξέρει;;

Μήπως θα έπρεπε απλά να το προσπαθήσει;

Άλλωστε το θέλει πολύ.

Δεν έχει σημασία η κατάληξη..

Όταν προσπαθείς για κάτι που θες,

όταν δε  δειλιάζεις,

είσαι έτσι κι αλλιώς νικητής.

Κι αν πληγωθεί;;

Κι αν πονέσει;;

Θα το ξεπεράσει.

Άλλωστε από πότε είναι σίγουρος ο πόνος;

Μήπως ο φόβος και τα ερωτήματα τύπου

«αν το είχα κάνει,τι θα είχε γίνει;»

είναι καλύτερα;

 

Προχώρα λοιπόν.

Μην προσπαθείς να εξηγήσεις τα συναισθήματά σου.

Απλώς ζήστα.

Και όμορφα,ή άσχημα,

φύλαξέ τα μέσα σου.

Είναι η περιουσία σου…..

Μια ζωή επιλέγω

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρόσφατα διάβαζα ένα κείμενο που με προβλημάτισε πολύ..

Αφορούσε τις επιλογές που κάνουμε όλοι,

πώς ξέρουμε οτι οι επιλογές μας ήταν σωστές,

και αν μπορούμε να μάθουμε

πώς θα ήταν τα πράγματα αν είχαμε πάρει άλλους δρόμους.

 

Σε όλη μας τη ζωή καλούμαστε να επιλέξουμε.

Για όλα όσα μας αφορούν.

Από την καθημερινότητα

μέχρι το ποιός άνθρωπος θα είναι δίπλα μας…

Αποφάσεις κι επιλογές,

για τις οποίες ποτέ δεν έχουμε αρκετά στοιχεία,

και ποτέ δεν ξέρουμε που μπορεί να μας οδηγήσουν.

Μα θα μου πείτε,

πώς μπορούμε να αποφασίσουμε για κάτι,

όταν δεν ξέρουμε πού οδηγεί;

Δεν είναι μεγάλο το ρίσκο;

Αυτό όμως είναι το ενδιαφέρον με τη ζωή.

Το να μην έχεις ιδέα που οδηγεί ένας δρόμος,

μέχρι να τον ακολουθήσεις…

«Κι αν σε αυτό το δρόμο υπάρχουν εμπόδια;»

θα μου πείτε.

«Εμπόδια είναι όλα εκείνα τα φρικτά πράγματα

που βλέπεις όταν πάρεις τα μάτια σου από το στόχο»

έλεγε ο Άγγλος συγγραφέας Hannah More.

Το να μην επιλέγεις είναι η χειρότερη επιλογή.

Ακόμα και αν θα έπαιρνες το λάθος δρόμο..

 

Οι άνθρωποι είμαστε οι επιλογές μας.

Λάθος ή σωστές,καλές ή άσχημες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όμως την πορεία μας

δεν την καθορίζουν μόνο οι δικές μας επιλογές,

αλλά και οι επιλογές των άλλων ανθρώπων.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό μάλιστα.

Επιλογές που δε μπορούμε να καθορίσουμε,

ούτε να αλλάξουμε μόνοι μας.

«Οπότε;Πώς θα βοηθήσουμε τους άλλους,

αλλά ακόμα και εμάς,να αποφασίσουμε σωστά;»

θα ήταν μια λογική απορία.

Η απάντησή της απλή,

όσο και σημαντική.

Δε γίνεται.

Δε γίνεται κάποιος να επιλέγει μόνο σωστά.

Δε γίνεται να μην κάνει ποτέ λάθος.

Ούτε καν ο πιο σοφός άνθρωπος.

Το θέμα όμως είναι πώς θα διορθώσουμε τα λάθη μας.

 

Όσο λάθος κι αν ήταν μια επιλογή μας,

κανείς δε μας εμποδίζει να κάνουμε τη σωστή…

Ποτέ δεν είναι αρκετά αργά για να διορθώσεις ένα λάθος.

Αν η επιλογή σου ήταν λάθος,

απλώς διόρθωσέ την.

Κανένας δεν κρίνεται από τα λάθη του.

Όλοι όμως κρινόμαστε από το αν θα κάνουμε το σωστό στο τέλος.

 

υ.γ. αυτό το κείμενο θέλω να το αφιερώσω…

αλλά τι λέω;;

αν το διάβασες,θα ξέρεις ήδη οτι αυτό το κείμενο είναι για εσένα….

Σάββατο βράδυ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπαίνω στο σπίτι Σάββατο βράδυ.

Η μάνα μου στον καναπέ.

Κάθομαι κι εγώ σε μια πολυθρόνα.

Η τηλεόραση παίζει extra,σε μια εκπομπή του Καμπούρη.

Μην επιθυμόντας να απαλλαγώ από τις φλέβες μου

(βλέπε επίσης και «θα τρελαθώ,θα πηδηχτώ απ το παράθυρο» κατά Γ Λεβέντη)

κι επειδή κρίμα είναι ρε παιδιά να με χάσουμε τόσο νέο,

κάνω το απονενοημένο διάβημα να πιάσω το τηλεκοντρόλ

με σκοπό να ασκήσω το μόνο δικαίωμα και εξουσία που μου έχει απομείνει

επάνω στη συμπαθέστατη συσκευή που αποκαλούμε τηλεόραση

(θα σε αλλάξω γαμώ το στανιό μου ήταν η ακριβέστερη περιγραφή της πρόθεσής μου).

 

Η προσπάθειά μου ήταν γραφτό να μείνει ημιτελής,

καθότι,η μισοκοιμισμένη

(τελείως ήταν,αλλά δε θέλω να τη μειώσω λέγοντας οτι δεν κατάλαβε τίποτα

από το γιο της που μπήκε σπίτι,έφτιαξε τοστ,

κάθισε δίπλα της και έβαλε τα πόδια του στο τραπεζάκι,

φέρνοντάς το κοντά)μάνα μου,

πετιέται και με τη φωνή του ανθρώπου

που μόλις έχει ξυπνήσει μου λέει:

«άστο μωρέ,προσπαθώ να γλαρώσω».

Δε θέλω να σχολιάσω καν το γεγονός

οτι από όλη την περιγραφή σκηνών που σας ανέφερα,

αντέδρασε μόνο όταν έπιασα το τηλεκοντρόλ

(εχω φυσικά αρχίσει να πιστεύω

οτι τους γονείς μου τους έχουν τσιπάρει

ώστε να αντιδρούν στην κίνηση αλλαγής καναλιού).

Όμως,ειλικρινά,δεν έχει αυτό σημασία.

 

Αυτό που έχει είναι οτι την επόμενη μια ώρα της ζωής μου

(α ρε καταραμένε ύπνε,ποτέ δεν έρχεσαι στην ώρα σου)

την πέρασα ακούγοντας τον Γ Γαλάτη

(επίσης γνωστό σαν αγαπούλα,αγκαλίτσα,Τζον-Τζον

και άλλα πολλά που δεν σημείωσα,άρα και ξέχασα)

να αναλύει γιατί είναι καλλιτεχνάρα,

γιατί «καλός είναι κι ο Τρύφωνας μωρέ,

αλλά εμένα δε με φτάνει,άλλωστε αυτός μόνο από τρίχες ξέρει»,

το πώς κατόρθωσε να κάνει εθνικό ύμνο της νεολαίας

(ορκίζομαι,δε με ρώτησε κανείς γι αυτό τον εθνικό ύμνο,

ούτε ήξερα πως ο εθνικός ύμνος της νεολαίας διαφέρει από τον άλλο,

τον λίγο πιο γνωστό που έγραψε ο Σολωμός…)

το «καλημέρα ασπρονήσι»

(μιλάμε για κλασική μουσική παιδιά,όχι αστεία..)

και να υπόσχεται οτι στη συνέχεια

θα μας παρουσιάσει αποκλειστικά

την επόμενη τεράστια επιτυχία του

(his own words,δε φταίω εγώ).

 

Στη συνέχεια,

ένας κύριος του οποίου το όνομα ποτέ δεν άκουσα,

παρά μόνο τον τίτλο του,

τον οποίο φαντάζομαι θα κέρδισε στoν πολύ γνωστό διαγωνισμό

«τα μπούτια της χρονιάς»

(δεν εξηγείται αλλιώς το mr.εθνικά μπούτια),

προσπάθησε ανεπιτυχώς να με πείσει

(οκ,όχι μόνο εμένα,

αλλά δε νομίζω 3 παρά το χάραμα

να ήμασταν πολλοί συντονισμένοι)

γιατί όλη η Ελλάδα

μιλάει για τα μπούτια του και τα ζηλεύει..

(δεν τα ζηλεύω,ορκίζομαι…

άρα παρακαλώ να εξαιρεθώ

από την αφαιρετικά ολοκληρωτική εκτίμηση…)

Στο τέλος,

(το δικό μου τέλος,όχι το δικό τους)

μια συμπαθέστατη κυρία

έκανε έναν εξαιρετικά ποιοτικό διάλογο

με τον Σάκη Ρουβά του Πειραιά..

 

Πρώτα απ όλα έχω να πώ το εξής…

Λυπηθείτε με ρε παιδιά..όχι άλλο κάρβουνο…

και επίσης έχω να συμπληρώσω

οτι μετά την ξαφνική επίσκεψη του μορφέα,

δυστυχώς έχασα το sequel του ασπρονησίου..

 

Οπότε όποιος έχει link,παρακαλείται να το ποστάρει…

 

Ημέρα ντροπής.

 

 

 

 

 

 

 

 

Σήμερα είναι μια ημέρα

για την ύπαρξη της οποίας

κανείς δεν πρέπει να νιώθει υπερήφανος.

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα

για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών.

Για να υπάρχει παγκόσμια ημέρα,

προφανώς υπάρχει και βία.

 

Ο Isaak Asimov,Αμερικανός συγγραφέας

έλεγε οτι η βία

είναι το τελευταίο καταφύγιο των αποτυχημένων.

Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς άλλωστε;

Πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν μια αλήθεια που σοκάρει.

Η βία δεν περιορίζεται στον λεγόμενο τρίτο κόσμο

(όπως βολεύει να πιστεύουμε εμείς,οι του δήθεν πολιτισμένου)

αλλά,δε γνωρίζει  σύνορα,τάξεις,

φυλετικές – θρησκευτικές διακρίσεις,ή μορφωτικό επίπεδο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα στοιχεία σοκάρουν.

Στη Γαλλία μια γυναίκα

πεθαίνει κάθε 3 μέρες

ως αποτέλεσμα της βίας στο σπίτι.

1 στις 6  γυναίκες,

στη χώρα μας,

τη χώρα του πολιτισμού ναι,

έχει υποστεί βία στο σπίτι της.

10% από αυτές υποχρεώθηκε

να έχει σεξουαλική επαφή με στενό συγγενή.

Το 3,4% των γυναικών έχουν κακοποιηθεί

κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Στη Νότια Αφρική κάθε μέρα βιάζονται 147 γυναίκες.

Στην Αμερική της Ελευθερίας

και των δικαιωμάτων του ανθρώπου,

μια κάθε 90 δευτερόλεπτα.

Στη Γαλλία κάθε χρόνο 25000.

Στην Τουρκία το 35,6 % των γυναικών

έχει πέσει θύμα βιασμού.

Στο Πακιστάν

το 42% δέχεται τη βία ως μέρος της ζωής τους.!

85 κράτη έχουν επικυρώσει τη σύμβαση για την εξάλειψη

κάθε μορφής διακρίσεων κατά των γυναικών.

1 κράτος την έχει υπογράψει αλλά δεν την έχει επικυρώσει..

Η «πολιτισμένη» Αμερική.

Για το 50% των δολοφονημένων γυναικών

ο δολοφόνος είναι ο νυν ή ο πρώην σύντροφός τους.

Πάνω από το 50% των δραστών οικογενειακής βίας

είναι άτομα ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης.

 

Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία,

τα οποία προκαλούν αποτροπιασμό.

Δυστυχώς,στις περισσότερες περιπτώσεις

η βία δεν καταγγέλεται.

Και άρα μένει ατιμώρητη.

 

Πριν μερικά χρόνια

είχαν προκαλέσει σοκ οι καταγγελίες

συζύγου γνωστού πολιτικού αρχηγού

(του προοδευτικού υποτίθεται χώρου)

η οποία κατήγγειλε οτι

κακοποιούνταν συστηματικά από τον σύζυγό της.

 

Είναι αδιανόητο και αποκρουστικό,

έστω και σα σκέψη,

οτι συμβαίνει στις μέρες μας

και στην κοινωνία που ζούμε.

 

Γι αυτό έχουμε χρέος να βοηθήσουμε

να μη χρειάζεται στο μέλλον

να γιορτάζουμε τέτοιες παγκόσμιες ημέρες.

 

 

Όμορφος κόσμος,ηθικός,

αγγελικά πλασμένος έλεγε ο Σολωμός..

Σίγουρα δεν είχε αυτό στο μυαλό του..

 

Αγανακτισμένοι και «αγανακτισμένοι»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ζούμε τον καιρό της παράνοιας.
Ναι,μη γελάτε,τον καιρό της απόλυτης παράνοιας,
σε μια χώρα που έχει πολύ μικρή μνήμη…

Παρακολουθούμε όλοι όσα συμβαίνουν
στο πολιτικό-οικονομικό σύστημα,
και ορισμένες φορές,
πραγματικά το να κρατάς την ψυχραιμία σου αποτελεί άπιαστο στόχο.

Αυτή τη στιγμή,συμβαίνουν πράγματα που θα έπρεπε να κάνουν
το πολιτικό σύστημα να ντρέπεται..
Αντ αυτού όμως καθένας από τους μετέχοντες προσπαθεί απλώς
να κερδίσει μεγαλύτερο κομμάτι από μια πίτα ψηφοφόρων,
που τελικά έχει τους πολιτικούς που της αξίζει…

Αυτή τη στιγμή,
πάρα πολλές οικογένειες στην Ελλάδα
δε μπορούν να καλύψουν
ούτε τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες.
Και αναφέρομαι σε βασικά πράγματα,όπως η τροφή,το νερό,το ρεύμα..

Είναι ντροπή,το 2011,στις χαραυγές του 2012
να υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα
που τους κόβουν το ρεύμα
(λόγω οφειλών,ή λόγω του παντελώς άδικου και παράλογου) χαρατσιού.

Είναι ντροπή άνθρωποι να αναγκάζονται να δανειστούν λεφτά
για να καλύψουν την ανάγκη του φαγητού τους.
Απλώς ντροπή.
Ντροπή αυτών που οδήγησαν στην εξαθλίωση
αυτούς που υποτίθεται οτι προστάτευαν.

Αντ αυτού όμως
γινόμαστε μάρτυρες φτηνών επικοινωνιακών παιχνιδιών,
ψεμμάτων και υποκρισίας,
σαν το πολιτικό μας σύστημα να μην έχει αντιληφθεί
την κατάσταση που επικρατεί.

Βλέπουμε τον αρχηγό ενός μεγάλου κόμματος
να παίζει με μια υπογραφή,
με σαφή στόχο την προεκλογική του εκστρατεία,
ελπίζοντας σε μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας από το αντίπαλο κόμμα..
Βλέπουμε πρώην υπουργούς του να δηλώνουν
οτι παρέδωσαν μια χώρα παράδεισο.
Βλέπουμε ανθρώπους του αντίπαλου κόμματος
να ζητούν επίμονα αλλαγή αρχηγού,
με σαφή στόχο φυσικά
την καλύτερη τύχη στην εκλογική διαδικασία,
αδυνατώντας να αντιληφθούν
οτι σήμερα έχουμε όλοι πολύ σοβαρότερα προβλήματα.

Όμως,μαζί με τους πολιτικούς,
σε όλη αυτή την παράνοια συμμετέχουν και οι πολίτες..
Άνθρωποι που βοήθησαν με τον τρόπο τους στην κατάρρευση
και τώρα παρουσιάζονται ως δήθεν αγανακτισμένοι,
επειδή ή έχασαν ένα κομμάτι της οικονομικής τους πίτας,
ή απλώς το κάνουν επειδή το κάνουν και οι υπόλοιποι…
Γιατί ναι,μην κοροιδευόμαστε.
Ζούμε σε μια χώρα που αρκετοί(ευτυχώς όχι όλοι)
ελεύθεροι επαγγελματίες έκλεβαν συστηματικά την εφορία
(κάτι που τώρα καλούμαστε να πληρώσουμε και οι υπόλοιποι),
λέγοντας πράγματα
όπως «γιατί να πληρώσω το ΦΠΑ;τους τα χρωστάω;»
Είναι παράλογο όμως άνθρωποι όπως αυτοί
να παρουσιάζονται ως ύστεροι επαναστάτες,
ως δήθεν ανησυχούντες για την οικονομική κατάσταση,
και ως αγανακτισμένοι.

Ήμουν πάντα αντίθετος με την αφ υψηλού κριτική
που απλώς κατηγορείς,χωρίς να έχεις να προτείνεις κάτι.
Ομολογώ όμως οτι σήμερα και εγώ έπεσα σε αυτή την παγίδα.
Και δε με νοιάζει να προτείνω κάτι,
ούτε μπορώ να εξηγήσω τι πήγε στραβά,
ούτε και πιστεύω(όπως οι περισσότεροι Έλληνες)
οτι στη θέση των πολιτικών
θα τα πήγαινα καλύτερα από αυτούς..

Αυτό που ξέρω όμως,
αυτό που με απόλυτη σιγουριά μπορώ να πώ,
είναι οτι προφανώς,
για να βρισκόμαστε σήμερα σε αυτή την κατάσταση,
έγιναν λάθη.
Πολλά.
Εγκληματικά.
Απο όλους.
Πολίτες και πολιτικούς.
Δεν έχουν σημασία όμως.
Αυτό που έχει,είναι το πρόβλημα να διορθωθεί.

Και λυπάμαι που θα το πώ,
αλλά με το δεδομένο πολιτικό σύστημα,
πολύ φοβάμαι πως δε μπορεί να λυθεί..

Τα μάτια ενός παιδιού βλέπουν τον κόσμο χωρίς πικρία…

 

 

 

 

 

 

 

Είπε η γυναίκα:

«Στην ακτή της χώρας υπάρχει ένα νησί

που πάνω του υψώνεται ένας γιγάντιος ναός

με πάρα πολλές καμπάνες».

 

Το παιδί πρόσεξε ότι φορούσε παράξενα ρούχα

και ότι ένα πέπλο κάλυπτε τα μαλλιά της.

Δεν την είχε ξαναδεί.

«Είδες ποτέ αυτό το ναό;», τον ρώτησε εκείνη.

«Πήγαινε μέχρι εκεί και πες μου την γνώμη σου».

Γοητευμένο από την ομορφιά της  γυναίκας,

το παιδί πήγε μέχρι το μέρος που του υπέδειξε.

Κάθισε στην παραλία και κοίταξε τον ορίζοντα,

αλλά δεν είδε τίποτε άλλο από αυτό που έβλεπε συνήθως κανείς:

το γαλανό ουρανό και τον ωκεανό.

Απογοητευμένο, κατευθύνθηκε προς τα σπίτια

όπου έμεναν μερικοί ψαράδες και ρώτησε

για ένα νησί με ένα ναό,

«Ναι, υπήρχε, αλλά πριν από πολύ καρό,

όταν εδώ ζούσαν ακόμα οι προπαππούδες μου»,

είπε ένας γέρος-ψαράς.

«Μετά έγινε ένας σεισμός

και το νησί καταποντίστηκε στη θάλασσα.

Κι όμως παρόλο που δεν μπορούμε πια να δούμε το νησί,

καταφέρναμε ακόμα να ακούμε τις καμπάνες του ναού του,

όταν η θάλασσα τις κάνει να ταλαντεύονται εκεί κάτω, στο βυθό».

Το παιδί επέστρεψε στην παραλία

και περίμενε να ακούσει τις καμπάνες.

Πέρασε εκεί όλο το απόγευμα,

αλλά το μόνο που κατάφερε να ακούσει

ήταν ο ήχος των κυμάτων και τα κρωξίματα των γλάρων.

Όταν έπεσε το βράδυ, οι γονείς του πήγαν να το πάρουν.

Το επόμενο πρωί, το παιδί ξαναγύρισε στην παραλία.

Δεν μπορούσε να πιστέψει πως

μια τόσο όμορφη γυναίκα ήταν δυνατό να πει ψέμματα.

Αν μια μέρα εκείνη επέστρεφε,

θα μπορούσε να της πει ότι δεν είχε δει το νησί,

αλλά άκουσε τις καμπάνες του ναού

που χτυπούσαν χάρη στην κίνηση των νερών.

 

Πέρασαν έτσι μερικοί μήνες.

Η γυναίκα δεν ξαναγύρισε και το αγοράκι την ξέχασε.

Τώρα είχε βάλει σκοπό

ν’ ανακαλύψει τα πλούτη κα τους θησαυρούς του βυθισμένου ναού.

Αν άκουγε τις καμπάνες,

θα μπορούσε να τον εντοπίσει και να πάρει τον κρυμμένο θησαυρό.

Τώρα πια δεν τον ενδιέφερε ούτε το σχολείο,

ούτε η παρέα των φίλων του.

Έγινε το αγαπημένο αστείο των άλλων παιδιών,

που συνήθιζαν να λένε:

«Δεν είναι πια σαν και εμάς.

Προτιμάει να κάθεται και να κοιτάζει τη θάλασσα,

επειδή φοβάται μήπως χάσει όταν παίζουμε».

Και βλέποντας το παιδί να κάθεται κοντά στη θάλασσα, όλοι γελούσαν.

Αν και δεν κατάφερνε να ακούσει τις καμπάνες του ναού,

το παιδί μάθαινε κάθε ημέρα διάφορα πράγματα.

Παρατήρησε ότι, ακούγοντας τον ήχο των κυμάτων,

ο φλοίσβος δεν του αποσπούσε πια την προσοχή.

 

Πέρασε λίγος καιρός

και συνήθισε και τα κρωξίματα των γλάρων,

το βούισμα των μελισσών,

τον άνεμο που σφύριζε ανάμεσα στους φοίνικες.

 

Έξι μήνες μετά την συνάντηση του με την γυναίκα,

κανένας θόρυβος δεν αποσπούσε πια την προσοχή του παιδιού.

Τις καμπάνες όμως του βυθισμένου ναού δεν τις είχε ακούσει ακόμα.

Μερικοί ψαράδες πήγαινα να κουβεντιάσουν μαζί του και επέμεναν.

«Εμείς τις έχουμε ακούσει!» έλεγαν.

Το αγοράκι, όμως συνέχιζε να μην τις ακούει.

Λίγο καιρό αργότερα, οι ψαράδες άλλαξαν τροπάρι:

«Είσαι πολύ επικεντρωμένος στον ήχο των καμπανών εκεί κάτω.

Παράτα τα και άρχισε να παίζεις ξανά με τους φίλους σου.

Ίσως μόνο οι ψαράδες να καταφέρνουν να τις ακούσουν.»

 

Ύστερα από ένα χρόνο περίπου, το παιδί είπε στον εαυτό του:

«Μπορεί να έχουν αυτοί δίκιο.

Καλύτερα να μεγαλώσω,

να γίνω ψαράς

και να έρχομαι σ’ αυτή την παραλία κάθε πρωί,

αφού έχω αρχίσει να την αγαπώ».

Και σκέφτηκε ακόμα:

«Ίσως να πρόκειται απλώς για ένα μύθο.

Με το σεισμό οι καμπάνες έσπασαν και δε θα χτυπήσουν ποτέ πια.».

Εκείνο το απόγευμα αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι.

Πλησίασε τον ωκεανό για να του ζητήσει την άδεια.

Κοίταξε άλλη μία φορά το θέαμα της Φύσης

και τότε,

επειδή δεν ήταν πια επικεντρωμένος στις καμπάνες,

μπόρεσε να χαμογελάσει στο τραγούδι των γλάρων,

στο θόρυβο της θάλασσας,

στον άνεμο που σφυρίζει ανάμεσα στους φοίνικες.

Άκουσε από μακριά τις φωνές των φίλων του που έπαιζαν

και χάρηκε στη σκέψη

ότι πολύ σύντομα θα επέστρεφε στα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας.

Το παιδί ήταν ευχαριστημένο.

Και, όπως μόνο ένα παιδί ξέρει να κάνει,

ευχαρίστησε που ήταν ζωντανό.

Ήξερε ότι δεν είχε χάσει το χρόνο του,

επειδή είχε μάθει να παρατηρεί και να σέβεται τη Φύση.

 

Τότε,

θαυμάζοντας τη θάλασσα,

τους γλάρους,

τον άνεμο,

τα φύλλα των φοινίκων

και τις φωνές που έπαιζαν,

άκουσε επίσης και την πρώτη καμπάνα.

Και μια άλλη ακόμα.

Κι έπειτα άλλη μία,

μέχρι που όλες οι καμπάνες του βυθισμένου ναού αντήχησαν,

γεμίζοντας το χαρά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρόνια αργότερα, ενήλικος πια,

ξαναγύρισε στο χωριό

και στην παραλία των παιδικών χρόνων του.

Δεν ήθελε πια να πάρει κανένα θησαυρό

από το βυθό της θάλασσας,

ίσως ήταν απλώς καρπός της φαντασίας του,

ίσως να μην είχε ακούσει ποτέ

βυθισμένες καμπάνες εκείνο το μακρινό απόγευμα,

παιδί ακόμα.

Αποφάσισε πάντως,

να κάνει έναν περίπατο στην παραλία

για να ακούσει τον ήχο του ανέμου και τα κρωξίματα των γλάρων.

Σάστισε όταν είδε

καθισμένη πάνω στην άμμο,

τη γυναίκα που του είχε μιλήσει για το νησί με το ναό.

«Τι κάνεις εδώ;»

τη ρώτησε.

«Σε περίμενα»,

απάντησε εκείνη.

Εκείνος πρόσεξε ότι,

αν και είχαν περάσει πολλά χρόνια,

η γυναίκα είχε ακόμα την ίδια εμφάνιση,

το πέπλο που της κάλυπτε τα μαλλιά

δεν έδειχνε καθόλου τσαλακωμένο από το χρόνο.

Εκείνη του έτεινε ένα γαλάζιο τετράδιο με λευκές σελίδες.

«Γράψε:

Ένας πολεμιστής του φωτός

δείχνει προσοχή στα μάτια του παιδιού.

Γιατί αυτά τα μάτια ξέρουν να βλέπουν τον κόσμο χωρίς πικρία.

Όταν επιθυμεί να μάθει

αν αυτός που βρίσκεται στο πλευρό του είναι άξιος εμπιστοσύνης,

προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο θα τον κοίταζε ένα παιδί».

«Τι είναι ένας πολεμιστής του φωτός;»

«Πιστεύω πως εσύ ξέρεις»,

απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

«Αυτός που είναι ικανός να κατανοήσει το θαύμα της ζωής,

να παλέψει μέχρις εσχάτων για κάτι που πιστεύει

και τότε ακούει τις καμπάνες

που η θάλασσα κάνει να αντηχήσουν στο κρεβάτι του.»

Δεν είχε θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του πολεμιστή του φωτός.

Η γυναίκα έδειξε μα μαντεύει τη σκέψη του.

«Όλοι είναι ικανοί γι’ αυτό.

Και κανείς δεν θεωρεί ότι είναι πολεμιστής του φωτός, αν και τελικά είναι.»

 

Εκείνος κοίταξε τις σελίδες του τετραδίου.

Η γυναίκα χαμογέλασε ξανά.

«Γράψε», είπε στο τέλος εκείνη.

 

Paulo Coelho


Previous Older Entries